Πέμπτη, 3 Αυγούστου 2017

Οι θάλασσες του γέρου....!!!!

Πέρσι το καλοκαίρι λόγω οικονομικής δυσπραγίας και δημοσιονομικής στενότητας του οικογενειακού μου προυπολογισμού και απολογισμού βεβαίως βεβαίως που σε κάνουν να χάσεις κάθε θετικό λογισμό αποφάσισα εκ των πραγμάτων να κάνω διακοπές στα παλιά γνώριμα αλλά και ταυτοχρόνως άγνωστα λημέρια του τόπου καταγωγής μου.

Ετοίμασα λοιπόν τα μπαγκάζια μου και αντί να τραβήξω προς το λιμάνι του Πειραιά για κανα κυκλαδίτικο νησί όπως τα προηγούμενα χρόνια, τα κεφάλια κάτω και κατεύθυνση προς ΚΤΕΛ Κηφισού και από κει στο χωριό. Ήταν ευκαιρία, σκεφτόμουνα, να επανασυνδεθώ με τους <<χωριάτες>>, έχοντας στο μυαλό μου όλες τις σημασίες που μπορεί να πάρει η λέξη χωριάτης. 

Έφτασα στο χωριό και όλο το γενεαλογικό δένδρο είχε μεγάλη χαρά που θα έμενα κάνα μήνα κοντά τους, εκτός από ένα κλαράκι του το οποίο ήμουνα εγώ, που δεν του περίσσευαν για Μύκονο και Σαντορίνη. Εκεί σύχναζα στα καφενεία του χωριού συνομιλώντας με τους ντόπιους. 

Kυρίαρχο θέμα συζήτησης ήταν η οικονομική κρίση και πώς βλέπω τα πράγματα εγώ ένας σπουδαγμένος λες και γνώριζα επί της ουσίας να τους απαντήσω. Tην ουσία της απάντησης την συνάντησα όταν συνάντησα τον καπετάν Νικόλα, ένα γεροντάκι 88 χρονών, που πέρασε μια ζωή στα καράβια και τις θάλασσες κι εδώ και μια 25ετία επέστρεψε και μένει στο χωριό. Η κρίση, μου λέει, έχει δυο σημασίες. 

Η πρώτη είναι προφανής, που είναι το εμπόδιο και η δυσκολία που φαντάζουν ανυπέρβλητα και η δεύτερη αυτή που υπάρχει μέσα στο Πιστεύω και λέει κρίναι ζώντας και νεκρούς. Στη δεύτερη δηλαδή κρίνεται η ανθρωπιά μας απέναντι στον άλλον που δεν έχει να φάει, να πιει, να ντυθεί και πού την κεφαλήν κλίναι. 

Γι' αυτό οι καιροί που διανύουμε είναι κρίσιμοι, γιατί πρέπει να διαλέξουμε προς τα πού θα πάρουμε το δρόμο, προς την ανηφόρα ή προς την κατηφόρα. Με ξάφνιασε ευχάριστα και αμέσως κατάλαβα ότι δεν είχα να κάνω με κανα γεροξεκούτη κι άρχισα να του κάνω ερωτήσεις για την ζωή του, για τα ταξίδια του, για τις εμπειρίες του τόσα χρόνια στη θάλασσα. 

Κι άρχισε να μου διηγείται ιστορίες και να καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι η ζωή είναι σαν την θάλασσα πότε λάδι κι ήρεμη, πότε είναι με ελαφρό κυματάκι, πότε έχει τρικυμία και πότε φουρτούνα.Κι αν είσαι καλός καπετάνιος στη ζωή σου το πλοίο δεν βουλιάζει ακόμη κι αν πέσεις σε κυκλώνα στον ατλαντικό, εσύ θα σταθείς όρθιος. 

Να ξέρεις και κάτι ακόμα, ο κόσμος δεν είναι άσπρο μαύρο. Δηλαδή πώς είναι τον ρώτησα για να βρω απαντήσεις στις δικές μου ανησυχίες και στα δικά μου ερωτηματικά ζωής.

Για κοίτα το φως του ήλιου μετά την βροχή πόσα χρώματα βγάζει. Ναι για το ουράνιο τόξο μιλάω. Ακριβώς έτσι είναι κι o άνθρωπος άμα είναι με καθαρή καρδιά. Ο θεός δεν του έδωσε μόνο ένα ταλέντο για να πορευτεί αλλά όσα και τα χρώματα της ίριδας με όλες τις αποχρώσεις και διαβαθμίσεις. 

Έτσι κι η καρδιά, κρύβει όλα τα ταλέντα που χάρισε ο Θεός στον άνθρωπο. Και μένα που με βλέπεις δεν ήμουνα μόνο καπετάνιος στα μεγάλα ταξίδια τα υπερατλαντικά αλλά και ποιητής και τραγουδιστής, και ζωγράφος και πεζογράφος για να περνάνε πιο μαλακά οι ατέλειωτες ώρες στη θάλασσα, και μάγειρας και μούτσος έγινα όταν χρειάστηκε. 

Κι όταν πάλι έπιανα πατρίδα και έφτανα εδώ στον τόπο μου γινόμουνα το μικρό παιδί της μάνας μου, ο μεγάλος αδερφός και πατέρας για την μικρότερη αδερφή μου, αφού τον πατέρα μας τον χάσαμε νωρίς. Ακόμα και προξενητής της έγινα αφού της βρήκα γαμπρό. Και ρεπόρτερ, τους έφερνα νέα απ' όλο τον κόσμο. Και αγρότης και κτηνοτρόφος και τυροκόμος. Ήταν άλλα χρόνια τότε, η ανάγκη σ'εκανε να μαθαίνεις πράγματα, τώρα τα κάνουν οι μηχανές .

Και επειδή σε συμπαθούσα μικρό παιδί, πάντα χαμογελαστό και χαρούμενο, θα σου πω ένα μυστικό ζωής, γιατί σε βλέπω όταν έρχεσαι στο χωριό και παρατηρώ ότι η χαρά που είχες να μετατρέπεται σιγά σιγά σε θλίψη. 

Ταρακουνήθηκα μέσα μου και προσπάθησα να μην το δείξω αλλά μάταια. Να ξέρεις ότι όποιος κρατάει μέσα του την φλόγα της παιδικής του αθωότητας δεν γερνάει ποτέ ούτε στο μυαλό ούτε στην καρδιά και με ευχαρίστησε που κάθησα και τον άκουσα με ένα αινιγματικό παιδικό χαμόγελο. 

Η κουβέντα με τον καπετάν Νικόλα με συγκλόνισε και άγγιξε τις σε κατάσταση ύπνου ευαίσθητες χορδές μου. Μ'έκανε ν'αναλογιστώ τη δική μου ζωή. 

Θυμήθηκα την παιδική κι εφηβική μου ηλικία, τότε που τα πράγματα μου φαινόταν εύκολα κι απλά, τότε που τραγουδούσα τα βράδια, τότε που έγραφα στίχους και τους μελοποιούσα με όνειρο όταν μεγαλώσω να γίνω Γκάτσος ή Χατζηδάκης. 

Θυμάμαι τότε που έγραφα υποτυπώδη διηγήματα , παιδαριώδη θεατρικά μονόπρακτα για τα σκετς στις σχολικές γιορτές με όνειρο μία μέρα να γίνω Ntostogievsky ή Oscar Wilde, τότε που έπαιζα στα σκετς κι ήθελα να γίνω ηθοποιός, τότε που παιδί ζωγράφιζα κ' ήθελα να γίνω ο El Greco.

Θυμήθηκα τη γιαγιά Θεός σχωρέστην που λιβάνιζε με κεχριμπάρι και ανέδυε μυρωδιές και ηδονές, και γω είχα την περιέργεια να της το πάρω κρυφά για να επαληθεύσω τον Θαλή τον Μιλήσιο που πρώτος παρατήρησε τις ηλεκτρικές ιδιότητες του κεχριμπαριού, εξ'ου και ήλεκτρον η επιστημονική του ονομασία. 

Κι αυτή η περιέργεια να ανακαλύψω τα μυστικά της φύσης μ'έκαναν φυσικά φυσικό στο επάγγελμα, κι αυτή η εκ χαρακτήρος αμφισβήτηση μ'έκαναν ας πούμε κι επιστήμονα . Γιατί μέσα από κει θα είχα ένα μισθό για βιοπορισμό και βρέξει χιονίσει η καραβάνα θα γεμίσει όπως χαρακτηριστικά έλεγαν η μαμά και η γιαγιά που δούλευαν στα χωράφια με κόπο και μόχθο και τα προς το ζην εξαρτιόταν από τις καιρικές συνθήκες. 

Και έτσι σιγά σιγά χωρίς καν να το καταλάβω καθώς μεγάλωνα έκλεινα τις πόρτες των καλλιτεχνικών μου ευαισθησιών. Και πια δεν διάβαζα λογοτεχνία, δεν άκουγα μουσική, δεν πήγαινα θέατρο και πολύ περισσότερο δεν έγραφα, δεν τραγουδούσα, δεν μιλούσα από καρδιάς, παρά μόνο αντέγραφα τις προσταγές της σύγχρονης κοινωνίας που έχει την ύλη για θεό και μιλούσα πλέον μια ξένη γλώσσα, την ξύλινη.

Και τώρα που γράφω αυτές τις αράδες ή μάλλον άρχισα να ξαναγράφω συγκινούμαι που ο γέρο Νικόλας και οι θάλασσές του κατάφεραν να ξεκλειδώσουν τις πόρτες οξυγόνου που εγώ ο ίδιος ή η ζωή είχε κλείσει.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου