Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2015

Είναι ο μεγαλύτερος σου θησαυρός, κι όμως τον αγνοείς.....!!!!!!!!

Μια ιστορία για το χρόνο
Ήταν κάποιος μια φορά που είχε πάρει απόφαση να χαίρεται τη ζωή του. Νόμιζε ότι για να μπορεί να το κάνει αυτό, έπρεπε να έχει πολλά λεφτά.

Σκεφτόταν ότι δεν μπορεί να υπάρχει πραγματική ευχαρίστηση, όταν πρέπει να διακόπτεται η απόλαυση από τη δυσάρεστη φροντίδα του να βγάλεις λεφτά.

Σκέφτηκε, έτσι μεθοδικός που ήταν, ότι για να μην απασχολεί το μυαλό του και να μη στενοχωριέται, έπρεπε να χωρίσει τη ζωή του σε δύο μέρη: πρώτα θα έβγαζε αρκετά λεφτά και μετά θα απολάμβανε ό,τι επιθυμούσε η ψυχή του.

Υπολόγισε ότι ένα εκατομμύριο δολλάρια θα του έφταναν για να ζήσει ήσυχος την υπόλοιπη ζωή του.

Αφιέρωσε λοιπόν όλες του τις δυνάμεις στο να κερδίσει χρήματα και να μαζέψει πλούτη.Επί χρόνια, κάθε Παρασκευή, άνοιγε το βιβλίο εσόδων και άθροιζε τα αγαθά του.

¨Όταν μαζέψω το εκατομμύριο” έλεγε, “δεν θα δουλέψω άλλο. Θα είναι η στιγμή της απόλαυσης και της διασκέδασης. Δεν θ’ αφήσω να μου συμβεί αυτό που έπαθαν άλλοι, που όταν έφτασαν στο πρώτο εκατομμύριο άρχισαν να θέλουν κι άλλο”.

Και πιστός στην απόφασή του έφτιαξε μια τεράστια πινακίδα και την κρέμασε στον τοίχο :

                         | μόνο ΕΝΑ εκατομμύριο |
Πέρασαν τα χρόνια.
Ο τύπος μάζευε λεφτά κι έκανε προσθέσεις. Κάθε φορά ήταν όλο και πιο κοντά στο στόχο του. Χαμογελούσε αυτάρεσκα όταν σκεφτόταν τις χαρές που τον περίμεναν.
 
Μια Παρασκευή κατάπληκτος βλέπει το τελικό νούμερο.
Το άθροισμα ήταν 999.999,75 δολάρια.

Έλειπαν μόνο 25 σεντς για να συμπληρωθεί το εκατομμύριο!
Πανικόβλητος, αρχίζει να ψάχνει κάθε σακάκι, κάθε παντελόνι, κάθε συρτάρι, μήπως βρει τα λίγα νομίσματα που λείπουν… Δεν ήθελε να περιμένει άλλη μία βδομάδα.

Τελικά, στο τελευταίο συρτάρι βρίσκει τα 25 σεντς που ήθελε.
Κάθεται στο γραφείο του, και γράφει με τεράστια νούμερα:

                                     1.000.000
Ικανοποιημένος, κλείνει τα βιβλία, κοιτάζει την πινακίδα του τοίχου και μονολογεί:
– “Ένα μόνο. Και τώρα απολαμβάνουμε…”

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, χτυπάει η πόρτα.
Δεν περίμενε κανέναν. Απορημένος, πάει να ανοίξει.

Μια γυναίκα ντυμένη στα μαύρα, μ’ ένα δρεπάνι στο χέρι του λέει :
– “Ήρθε η ώρα σου”.

Είχε έρθει ο Θάνατος να τον πάρει.

– “Όχι…” ψελλίζει αυτός. “Όχι ακόμα… δεν είμαι έτοιμος”.

– “Ήρθε η ώρα σου” ξαναλέει ο Θάνατος.

– “Μα πως… Τα λεφτά… Οι χαρές…”

– “Καταλαβαίνω, αλλά ήρθε η ώρα σου”.

– “Σε παρακαλώ, δώσε μου ακόμη ένα χρόνο… Ανέβαλλα τα πάντα γιατί περίμενα αυτή τη στιγμή, σε παρακαλώ…”

– “Λυπάμαι” λέει ο Θάνατος.

– “Ας κάνουμε μια συμφωνία” προτείνει αυτός απελπισμένος, “κατάφερα και μάζεψα ένα εκατομμύριο δολλάρια. Πάρε τα μισά και δώσε μου ένα χρόνο διορία. Σύμφωνοι;

– “Όχι.”

– “Σε παρακαλώ. Πάρε 750.000 και δώσε μου ένα μήνα…”

– “Δεν έχεις καθόλου διορία.”

– “Ας κάνουμε κάτι άλλο. Πάρ’ τα όλα, και δώσε μου έστω και μία μέρα. Έχω τόσα να πω, τόσο κόσμο να δω, έχω αναβάλλει τόσα πράγματα… σε παρακαλώ”

– “Ήρθε η ώρα σου” επαναλαμβάνει ο Θάνατος, αδιάλλακτος.

Ο άνθρωπος σκύβει το κεφάλι. Αποδέχεται την κατάσταση και παραιτείται από κάθε άλλη προσπάθεια διαπραγμάτευσης. Με περίλυπο ύφος ζητάει μόνο μία τελευταία χάρη.

Ο θάνατος βλέπει ακόμη λίγους κόκκους άμμου στην κλεψύδρα του και του λέει:
– “Εντάξει”.

Παίρνει ο άντρας ένα χαρτί και μια πένα από το γραφείο του και γράφει :
Αναγνώστη:
Όποιος κι αν είσαι. Εγώ δεν μπόρεσα να αγοράσω ούτε μία μέρα ζωής με όλα μου τα λεφτά.
Πρόσεξε τι θα κάνεις με τον χρόνο σου.Είναι η μεγαλύτερή σου περιουσία. 





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου